Πότε η σχέση με το φαγητό σταματάει να αφορά το φαγητό
Αρχίζει συνήθως αθόρυβα. Μια σκέψη που επανέρχεται λίγο πιο συχνά απ' ότι πριν: τι θα φάω, τι δεν θα φάω, τι έφαγα χθες, τι θα κάνω αύριο. Σιγά σιγά, αυτή η σκέψη αρχίζει να καταλαμβάνει χώρο στη σκέψη σας. Αρχίζει να επηρεάζει αποφάσεις: αν θα βγείτε για φαγητό, αν θα πάτε σε μια εκδήλωση, αν θα κάτσετε στο τραπέζι με τους υπόλοιπους ή αν θα βρείτε μια δικαιολογία για να το αποφύγετε.
Η σχέση με το φαγητό γίνεται ένα πεδίο ελέγχου: κάτι που μπορείτε να διαχειριστείτε όταν τα υπόλοιπα μοιάζουν αδιαχείριστα. Ή γίνεται ένα πεδίο ανακούφισης: ο μόνος τρόπος να μουδιάσετε κάτι που πονάει. Σε κάποιο σημείο, αυτό που ξεκίνησε ως μια αίσθηση ελέγχου γίνεται ακριβώς το αντίθετο: κάτι που σας ελέγχει.
Αν διαβάζετε αυτό το άρθρο για κάποις κοντινό σας άτομο, ίσως αναγνωρίζεται κάτι διαφορετικό: μια αλλαγή στη διάθεση του ατομού που σας ενδιαφέρει γύρω από τα γεύματα. Ένα κλείσιμο, μια ένταση που δεν υπήρχε πριν. Μια αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει αλλά δεν μπορείτε να το ονομάσετε και πιθανόν μια δυσκολία να του μιλήσετε γι' αυτό χωρίς να φοβάσται ότι μπορεί να κάνετε τα πράγματα χειρότερα.
Τι είναι πραγματικά μια διατροφική διαταραχή
Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, η Διαταραχές Πρόσληψης ΤροφήςΜια ομάδα καταστάσεων που αφορούν σοβαρές διαταραχές στη διατροφική συμπεριφορά και έντονη ανησυχία για το βάρος και την εικόνα του σώματος. δεν είναι "πρόβλημα με το φαγητό". Είναι μια ψυχική διαταραχή στην οποία το φαγητό και το σώμα γίνονται ο τρόπος που εκφράζεται κάτι βαθύτερο: ανάγκη ελέγχου, αίσθηση ανεπάρκειας, αδυναμία διαχείρισης δύσκολων συναισθημάτων, σχέση με τον εαυτό που βασίζεται σε υπερβολικά αυστηρά κριτήρια.
Αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική. Είναι κρίσιμη. Αν βλέπετε τη διατροφική διαταραχή ως "πρόβλημα φαγητού", η λύση φαίνεται απλή: "φάε κανονικά". Αν τη δείτε ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή μια ψυχική δυσκολία που εκφράζεται μέσα από τη σχέση με το φαγητό, καταλαβαίνετε γιατί η "λογική" δεν αρκεί. Δεν είναι θέμα πληροφόρησης, γνώσης ή θέλησης. Ο άνθρωπος που τη βιώνει γνωρίζει συνήθως ότι κάτι δεν πάει καλά. Αυτό δεν τον βοηθάει να σταματήσει.
Η εμμονή με το σώμα, την εμφάνιση και το φαγητό, όταν εμφανίζεται έντονα , δεν είναι ματαιοδοξία. Είναι σύμπτωμα. Ο τρόπος που βλέπει κάποιος το σώμα του αντανακλά τον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του. Και στις διατροφικές διαταραχές, αυτός ο τρόπος είναι σχεδόν πάντα αφόρητα κριτικός.
Οι τύποι των διατροφικών διαταραχών
Η ανορεξία (Anorexia Nervosa) χαρακτηρίζεται από τον σοβαρό περιορισμό πρόσληψης τροφής, τον έντονο φόβο αύξησης βάρους και μια στρεβλή αντίληψη του σώματος. Δεν ορίζεται μόνο από χαμηλό βάρος. Η ψυχολογική δυναμική (ο φόβος, η ανάγκη ελέγχου, η αυτοαξιολόγηση μέσω σώματος) είναι ο πυρήνας.
Η βουλιμία (Bulimia Nervosa) περιλαμβάνει κύκλους υπερβολικής κατανάλωσης ακολουθούμενης από αντιρροπιστικές συμπεριφορές. Πολλοί που τη βιώνουν αισθάνονται ντροπή και μυστικοπάθεια. Η βουλιμία μπορεί να είναι εντελώς αόρατη στο περιβάλλον, γιατί το βάρος παραμένει συχνά φυσιολογικό.
Η διαταραχή υπερφαγίας (Binge Eating Disorder, BED) αποτελεί τον πιο συχνό τύπο. Περιλαμβάνει επεισόδια όπου η κατανάλωση τροφής αισθάνεται εκτός ελέγχου, χωρίς τις αντιρροπιστικές συμπεριφορές της βουλιμίας. Η ντροπή μετά είναι έντονη. Πολλοί που τη βιώνουν δεν τη θεωρούν "πραγματική" διαταραχή, κάτι που κάνει τη διάγνωση ακόμα δυσκολότερη.
Η ARFID (Avoidant/Restrictive Food Intake Disorder) διαφέρει σημαντικά: δεν σχετίζεται με εικόνα σώματος. Αφορά ακραία αποφυγή τροφών λόγω αισθητηριακής ευαισθησίας, φόβου πνιγμού ή αδιαφορίας για φαγητό. Εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά και εφήβους, αλλά μπορεί να συνεχιστεί και στην ενήλικη ζωή.
Στην πράξη, πολλοί άνθρωποι δεν "ταιριάζουν" καθαρά σε μία κατηγορία. Μπορεί να μετακινούνται μεταξύ τύπων ή να εμφανίζουν χαρακτηριστικά από περισσότερους. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η σύγχρονη θεραπεία (CBT-E) σχεδιάστηκε ως διαγνωστικά ανεξάρτητη: δεν στοχεύει τον "τύπο" αλλά τους μηχανισμούς που συντηρούν τη διαταραχή.
Πώς αναγνωρίζονται οι διατροφικές διαταραχές
Η αναγνώριση μιας διατροφικής διαταραχής δυσκολεύεται από ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: σε πολλές περιπτώσεις, ο ίδιος ο άνθρωπος δεν πιστεύει ότι έχει πρόβλημα. Αυτό το γεγονός δεν αποτελεί άρνηση, αποτελεί μέρος της ίδιας της διαταραχής. Ιδιαίτερα η ανορεξία έχει ένα χαρακτηριστικό που η κλινική βιβλιογραφία ονομάζει "εγώ-συντονικό" (ego-syntonic) ο περιορισμός δηλαδή και το αποτέλεσμα βιώνεται ως επίτευγμα και όχι ως πρόβλημα.
Αν αναρωτιέστε για τον εαυτό σας, μερικές ερωτήσεις μπορούν να βοηθήσουν: Σκέφτεστε το φαγητό σταθερά κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακόμα κι όταν δεν πεινάτε; Έχετε "κανόνες" γύρω από τη διατροφή που αν παραβιαστούν σας δημιουργούν έντονη δυσφορία; Αποφεύγετε κοινωνικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν φαγητό; Νιώθετε ότι η αξία σας ως άνθρωπος εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το πώς φαίνεται ή πόσο ζυγίζει το σώμα σας;
Αν ανησυχείτε για κάποιον κοντινό σας, τα σημάδια μπορεί να είναι πιο έμμεσα: αλλαγή στη σχέση με το φαγητό (τελετουργικά, αποφυγές, ένταση γύρω από τα γεύματα), κοινωνική απόσυρση, εμφανείς αλλαγές στη διάθεση μετά το φαγητό, αυξημένη ενασχόληση με τη γυμναστική ή τη ζυγαριά. Είναι σημαντικό να μην περιμένετε την αλλαγή βάρους να γίνει εμφανής, πολλές διατροφικές διαταραχές δεν αφήνουν ορατά σωματικά σημάδια.
Γιατί η αυτοθεραπεία δεν αρκεί
Η ανορεξία έχει τη μεγαλύτερη θνησιμότητα από κάθε ψυχική διαταραχή. Αυτό δεν αναφέρεται για να τρομάξει. Αναφέρεται γιατί αρκετοί άνθρωποι, ακόμα και επαγγελματίες υγείας, υποεκτιμούν τη σοβαρότητα. Η φράση "θα περάσει" ή "είναι φάση" μπορεί να κοστίσει στο άτομο πολύτιμο χρόνο.
Η αυτοθεραπεία δεν αρκεί για δύο λόγους. Πρώτον, η εγω-συντονική φύση πολλών διατροφικών διαταραχών σημαίνει ότι ο ίδιος ο μηχανισμός που δημιουργεί το πρόβλημα βιώνεται ως "λύση". Η πείνα βιώνεται ως έλεγχος. Ο περιορισμός βιώνεται ως πειθαρχία. Το πρόβλημα δεν "φαίνεται" ως πρόβλημα στο ίδιο το άτομο. Δεύτερον, οι σωματικές συνέπειες (καρδιολογικές, μεταβολικές, ενδοκρινολογικές) χρειάζονται ιατρική παρακολούθηση, όχι μόνο ψυχοθεραπεία.
Ένα ακόμα σημείο που χρειάζεται ρεαλισμό: ένας διατροφολόγος μόνος δεν αρκεί. Η διατροφική υποστήριξη είναι σημαντικό συμπλήρωμα, αλλά η διατροφική διαταραχή δεν είναι πρόβλημα γνώσης για τη διατροφή. Ο άνθρωπος που τη βιώνει μπορεί να γνωρίζει τα πάντα για τη σωστή διατροφή και αυτό να μην αλλάζει τίποτα. Η θεραπεία χρειάζεται να στοχεύσει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που συντηρούν τη διαταραχή.
Πώς αντιμετωπίζονται οι διατροφικές διαταραχές
Η CBT-E (Enhanced Cognitive Behaviour Therapy) αποτελεί πιο συχνά την ενδεδειγμένη θεραπεία για τη βουλιμία, τη διαταραχή υπερφαγίας και σε πολλές περιπτώσεις, της ανορεξίας σε ενηλίκους. Αναπτύχθηκε από τον Christopher Fairburn στην Οξφόρδη και είναι σχεδιασμένη ως διαγνωστικά ανεξάρτητη: στοχεύει τους κοινούς μηχανισμούς που συντηρούν τις διατροφικές διαταραχές ανεξαρτήτως του τύπου τους.
Για εφήβους με ανορεξία, η οικογενειακή θεραπεία (Family-Based Treatment, γνωστή και ως "μέθοδος Maudsley") αποτελεί τη θεραπεία πρώτης γραμμής. Εμπλέκει ενεργά τους γονείς στη θεραπεία, αναγνωρίζοντας ότι η οικογένεια δεν αποτελεί αιτία αλλά μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο μέρος της λύσης.
Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη σε περιπτώσεις χρόνιας διαταραχής ή εκεί που οι ρίζες φαίνεται να πηγάζουν από πρώιμες σχέσεις, τραύμα ή βαθιά ζητήματα αυτοεκτίμησης. Εξερευνά το "γιατί" πίσω από το φαγητό, τι εκφράζει η συμπεριφορά και ποιά ανάγκη υπηρετεί.
Η φαρμακοθεραπεία μπορεί να αποτελεί συμπλήρωμα, ιδιαίτερα στη βουλιμία και τη διαταραχή υπερφαγίας (SSRI). Στην ανορεξία, η φαρμακοθεραπεία δεν αποτελεί μεμονωμένη θεραπεία. Η απόφαση λαμβάνεται σε συνεργασία με ΨυχίατροςΙατρός εξειδικευμένος στη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία ψυχικών διαταραχών, με δυνατότητα συνταγογράφησης φαρμακευτικής αγωγής όπου κρίνεται απαραίτητο..
Η θεραπεία δεν είναι γραμμική. Υποτροπές μπορεί να εμφανιστούν και αποτελούν μέρος τής πορείας, όχι αποτυχία. Αυτό που μετράει δεν είναι η τέλεια πορεία αλλά η κατεύθυνση. Σημαντική για πορεία της θεραπείας είναι επίσης η Θεραπευτική ΣυμμαχίαΗ σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων., και η ικανότητα του θεραπευτή να κατανοεί τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να νιώθει ο θεραπευόμενος, χωρίς να κρίνει, γνωρίζοντας όιι η ίδια η αντίσταση στη θεραπεία μπορεί να είναι μέρος της ίδιας της διαταραχής.
Πότε να ζητήσετε βοήθεια
Αν ανησυχείτε για κάποιον κοντινό σας: Η επικοινωνία με κάποιον που ενδεχομένως αντιμετωπίζει διατροφική διαταραχή χρειάζεται προσοχή. Αποφύγετε τα σχόλια για το βάρος, την εμφάνιση ή τη διατροφή του. Εκφράστε ανησυχία για τον άνθρωπο και τα συναιασθήματά του, όχι για τη διατροφική του συμπεριφορά. Ένα "Βλέπω ότι δεν είσαι καλά" είναι καλύτερο από "δεν τρως αρκετά" ή "τρως πολύ". Η δική σας υποστήριξη και προτροπή στην επικοινωνία με έναν ειδικό μπορεί να βοηθήσει.
Αν αναγνωρίζετε κάτι σε εσάς: Αν η σχέση σας με το φαγητό, με το σώμα σας ή με τον εαυτό σας αφαιρεί ποιότητα από τη ζωή σας αντί να προσθέτει. Αν σκέφτεστε το φαγητό πιο πολύ απ' ό,τι θέλετε. Αν νιώθετε ότι κάτι σας ελέγχει αντί να το ελέγχετε. Μια απλή πρώτη συζήτηση με έναν ειδικό μπορεί να ξεκαθαρίσει τι συμβαίνει.
Συζητήστε το θέμα που σας αποσχολεί με έναν εξειδικευμένο ψυχολόγο του κέντρου μας
Κανονίστε μια συνάντηση μαζί μαςΔιακριτικά. Χωρίς δέσμευση. Χωρίς υποχρεώσεις.